Αρχαϊκά – κλασικά χρόνια

Αρχαία Περραιβία | Περραιβική Τρίπολις 
Αρχαϊκά – κλασικά χρόνια | Ελληνιστικά – Ρωμαϊκά χρόνια | Παλαιοχριστιανικοί χρόνοι | Από τους βυζαντινούς χρόνους, στις οθωμανικές απογραφές και στα μοναστικά έγγραφα | Περιηγητές του 19ου και 20ού αιώνα | Από τον 20ό αιώνα μέχρι τις μέρες μας
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α: Τοπωνύμια | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β: Προσωπογραφία Δολιχαίων | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ: Κοινοτικό Συμβούλιο | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ: Αγωνιστές και Θύματα της περιόδου 1940-1950 | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε: Οι εκπαιδευτικοί στη Δολίχη, περιόδου 1977-1998 Βιβλιογραφία

Η Δολίχη, μαζί με την Άζωρο και το Πύθιο αποτελούσαν την Περραιβική Τριπολίτιδα στο βορειότερο τμήμα της αρχαίας Περραιβίας (εικ. 2), η οποία συνόρευε στα βορειοδυτικά με την Ελιμιώτιδα της Μακεδονίας (ν. Κοζάνης), βορειοανατολικά με την Πιερία της Μακεδονίας, νοτιοδυτικά με την τετράδα Εστιαιώτιδα της Θεσσαλίας (ν. Τρικάλων) και νοτιοανατολικά με την τετράδα Πελασγιώτιδα της Θεσσαλίας (ν. Λάρισας). Οι υπόλοιπες πόλεις, οι οποίες ανήκαν στην Περραιβία ήταν οι: Γόννοι, Ερεικίνιον, Μάλλοια, Μονδαία, Μύλαι, Ολοοσών, Φάλαννα και Χυρετίαι. Στον χώρο της Περραιβίας εντοπίσθηκαν τέσσερις οικισμοί, για τους οποίους δεν είναι βέβαιο εάν ήταν αυτόνομες πόλεις: Κόνδυλος, Γοννοκόνδυλος, Ασκύριον και Λειμώνη-Ηλώνη. Οι δύο πρώτοι εντάσσονταν στην πόλη Γόννοι, ενώ για τους δύο τελευταίους δεν υπάρχουν στοιχεία.[1] Η Τριπολίτιδα αποτελούσε τμήμα της Περραιβίας και οι πόλεις της ήταν μέρος του Κοινού των Περραιβών και είχαν τον ίδιο ταγό (στρατηγό).[2]

Οι Περραιβοί, ως περίοικος λαός των Θεσσαλών, ελέγχονταν, πιθανόν, από τους Θεσσαλούς, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ.[3] Ο Ηρόδοτος (περ. 484-425 π.Χ.) τους αναφέρει στο πλαίσιο του δεύτερου Μηδικού Πολέμου (480 π.Χ), μεταξύ Ελλήνων και Περσών, όταν ο Ξέρξης δεν συνάντησε καμία δυσκολία στην Περραιβία και στη Θεσσαλία, προκειμένου να κατέλθει στις Θερμοπύλες για να αντιμετωπίσει τους 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα. Καθώς ο Ξέρξης παρέμενε για αρκετές μέρες στην Πιερία και το ένα τρίτο του στρατού του καθάριζε το δάσος, προκειμένου να περάσει το στράτευμά του στη χώρα των Περραιβών, επέστρεφαν οι κήρυκες που είχαν σταλεί στην Ελλάδα, οι οποίοι γύριζαν είτε με άδεια χέρια είτε φέρνοντας γν καί δωρ, όπως στην περίπτωση των Θεσσαλών και των Περραιβών (Ζ.131.1, Ζ.132.1-2).[4] Ο Θουκυδίδης (περ. 460-399 π.Χ.) αναφέρει τους Περραιβούς κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.), όταν ο Σπαρτιάτης Βρασίδας εξεστράτευσε στη Μακεδονία, προκειμένου να ενισχύσει τον σύμμαχό του, βασιλιά της Μακεδονίας, Περδίκα Β΄(4.78.5-6).[5]

Εκτός από τις αναφορές των ιστορικών, όμως, η Περραιβία αναφέρεται σε λογοτεχνικές, καθώς και μυθολογικές πηγές. Στον ομηρικό Ύμνο προς τον Απόλλωνα (στ. 214-219), περιγράφεται το ταξίδι του θεού διά μέσου της χώρας των Περραιβών.[7] Στα ορφικά κείμενα (στιχ. 928-956), η Περραιβία σχετίζεται με τον μάντη Μόψο, ο οποίος κατέφθασε από τον Τίταρον,[8] για να συμμετάσχει στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ο δε Μόψος, μαζί με άλλους επιφανείς ήρωες, μεταξύ των οποίων και ο Λαπίθης Πειρίθους, συμμετείχε και στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου.[9]

Κατά τον Στράβωνα (64 π.Χ.-24 μ.Χ. ), οι Περραιβοί κατοικούσαν, αρχικά, κατά μήκος του Πηνειού, από τη Γυρτώνη έως τη θάλασσα, μέχρι τη στιγμή που ο Λαπίθης Ιξίων με τον γιο του Πειρίθου τούς ταπείνωσαν και τους εκδίωξαν στο ποτάμι προς τα μεσόγεια, ενώ οι Περραιβοί κατείχαν ακόμη ορισμένες πεδιάδες κοντά στον Όλυμπο (Γεωγραφικά Θ. 5.19).[10] Ο Πειρίθους, ο οποίος ήταν ο κύριος υπεύθυνος για την μακροχρόνια έχθρα των Λαπιθών και των Κενταύρων,[11] ήταν ο πατέρας του Πολυποίτη. Στην Ιλιάδα (Β, 738-755), ο Πολυποίτης αναφέρεται ότι συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο με 40 μαύρα καράβια, καθώς ήταν ο ηγέτης των πολεμιστών από την Άργισσα, τη Γυρτώνη και των πολεμιστών της περραιβικής Όρθης και της Ολοσσώνας.[12] Οι Περραιβοί και οι Αινιάνες συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο με κοινό αρχηγό, τον Γουνέα, ο οποίος καταγόταν από την Κύφο[13] και οδηγούσε 22 πλοία. Οι Περραιβοί και οι Αινιάνες κατοικούσαν στην κακοχείμωνη Δωδώνη και πότιζαν τους αγρούς τους από τον Τιταρήσιο, τα καθαρά νερά του οποίου «αρνούνταν» να σμίξουν με τα θολά νερά του Πηνειού και «επέπλεαν», όπως το λάδι, στην επιφάνεια του ποταμού. Στην Ιλιάδα (Π, 233-238), ακόμη, ο Αχιλλέας επικαλείται στην προσευχή του τον Δία ως Πελασγικό που κατοικεί στην κακοχείμωνη Δωδώνη, όπου τριγύρω ζουν οι προφήτες του, οι Σελλοί.[14]

Καμία, ωστόσο, άμεση ιστορική πηγή της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου δεν έχει εντοπιστεί στην οποία να αναφέρεται η Δολίχη. Καθώς, όμως, απαντάται σε έγγραφες πηγές της επόμενης περιόδου, λογίζεται ως πόλη της Περραιβίας, της οποίας η χρονολογία ίδρυσης είναι άγνωστη και ακολουθεί την ιστορία των Περραιβών. Μαζί με την Άζωρο και το Πύθιο, συναποτελούσε την περραιβική Τριπολίτιδα, η οποία σχετιζόταν με ένα είδος ένωσης (συμπολιτείας). Η ονομασία Τρίπολις, με την οποία αναφέρεται σ’ αυτήν ο Τίτος Λίβιος (59 π.Χ. – 19 μ.Χ., 42-43.5), εφόσον παράγεται από τη σύνθεση των τριών πόλεων (Δολίχη, Άζωρος και Πύθιο), τεκμηριώνει την άποψη ότι η Δολίχη πρέπει να θεωρηθεί ως πόλη.[15] Η ίδια άποψη επιβεβαιώνεται και από σχετική επιγραφή, η οποία ανακαλύφθηκε και αναφέρει την Δολίχη ως πόλη (βλ. επόμενη ενότητα).

[1]. Hansen -Nielsen 2004, 689-690.

[2]. Αρβανιτόπουλος 1914, 206-207.

[3]. Κραβαρίτου 2012, 29.

[4]. «[…] οἱ δὲ δὴ κήρυκες οἱ ἀποπεμφθέντες ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ γῆς αἴτησιν ἀπίκατο οἱ μὲν κεινοί, οἱ δὲ φέροντες γῆν τε καὶ ὕδωρ. τῶν δὲ δόντων ταῦτα ἐγένοντο οἵδε, Θεσσαλοί, Δόλοπες, Ἐνιῆνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μάγνητες, Μηλιέες, Ἀχαιοὶ οἱ Φθιῶται, καὶ Θηβαῖοι καὶ οἱ ἄλλοι Βοιωτοὶ πλὴν Θεσπιέων τε καὶ Πλαταιέων […]».

[5]. «[…] καὶ ἐστρατοπεδεύσατο ἐπὶ τῷ Ἀπιδανῷ ποταμῷ, ἐκεῖθεν δὲ ἐς Φάκιον, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐς Περραιβίαν».

[6]. Shepherd 1911, 10-11 (δικτυογραφία).

[7].    «῎Η πού τή γῆ περπάτησες ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων […] καί τούς Αἰνιᾶνες, μέσα ἀπ᾿ τῶν Περραιβῶν τή χώρα […]».

[8]. Ο Τιταρήσιος ποταμός διαγράφει τα όρια της Περραιβίας.

[9].    Graves 1979, 313-319.

[10].   «[…] Ταύτην τὴν χώραν πρότερον μὲν ὤικουν Περραιβοί, τὸ πρὸς θαλάττηι μέρος νεμόμενοι καὶ τῶι Πηνειῶι μέχρι τῆς ἐκβολῆς αὐτοῦ καὶ Γυρτῶνος πόλεως Περραιβίδος […]».

[11]. Graves 1979, 440-441.

[12]. «Οἳ δ᾽ Ἄργισσαν ἔχον καὶ Γυρτώνην ἐνέμοντο,/ Ὄρθην Ἠλώνην τε πόλιν τ᾽ Ὀλοοσσόνα λευκήν, / τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολυποίτης […] υἱὸς Πειριθόοιο τὸν ἀθάνατος τέκετο Ζεύς· […] Γουνεὺς δ᾽ ἐκ Κύφου ἦγε δύω καὶ εἴκοσι νῆας·/ τῷ δ᾽ Ἐνιῆνες ἕποντο μενεπτόλεμοί τε Περαιβοὶ / οἳ περὶ Δωδώνην δυσχείμερον οἰκί᾽ ἔθεντο / οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ ἱμερτὸν Τιταρησσὸν ἔργα νέμοντο […]».

[13]. Ο Ν. Γεωργιάδης ταύτισε την κορυφή Αμάρμπεϊ (όρος στο οποίο βρίσκεται απέναντι από το Σαραντάπορο), βασιζόμενος στον Στράβωνα, με το περραιβικό όρος Κύφος στις παρυφές του οποίου οργανώθηκαν οι περραιβικές πόλεις της Κύφου και της Δωδώνης. Επέκρινε, μάλιστα, τον περιηγητή Heuzey ο οποίος όρισε την Κύφο στην ανατολική πλευρά του Ολύμπου, καθώς και τον περιηγητή Kiepert ο οποίος τοποθέτησε την Κύφο στα Χασιώτικα όρη. Βλ. Γεωργιάδης 1880, 17.

[14]. «Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε Πελασγικὲ τηλόθι ναίων/ Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου, ἀμφὶ δὲ Σελλοὶ/ σοὶ ναίουσ᾽ ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι».

[15]. Hansen, Nielsen 2004, 722-723.

Advertisements