Ελληνιστικά – Ρωμαϊκά χρόνια

Αρχαία Περραιβία | Περραιβική Τρίπολις 
Αρχαϊκά – κλασικά χρόνια | Ελληνιστικά – Ρωμαϊκά χρόνια | Παλαιοχριστιανικοί χρόνοι | Από τους βυζαντινούς χρόνους, στις οθωμανικές απογραφές και στα μοναστικά έγγραφα | Περιηγητές του 19ου και 20ού αιώνα | Από τον 20ό αιώνα μέχρι τις μέρες μας
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α: Τοπωνύμια | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β: Προσωπογραφία Δολιχαίων | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ: Κοινοτικό Συμβούλιο | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ: Αγωνιστές και Θύματα της περιόδου 1940-1950 | ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε: Οι εκπαιδευτικοί στη Δολίχη, περιόδου 1977-1998 Βιβλιογραφία

Από την εποχή του Τραϊανού (53-117 μ.Χ.) χρονολογείται μία επιγραφή, η οποία αναφέρει μία εδαφική σύγκρουση μεταξύ της Δολίχης και της Ελιμιώτιδας και παραπέμπει σε μία άλλη, παρόμοια, σύγκρουση μεταξύ των ίδιων κοινοτήτων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αμύντα Β΄ (390-371).[1] Σε αναθηματική επιγραφή του α΄ μισού του 4ου αι. π.Χ., η οποία βρέθηκε στην Ελασσόνα, αναφέρονται οι πόλεις της Περραιβίας χωρίς να περιλαμβάνονται οι πόλεις της περραιβικής Τριπολίτιδας,[2] με αποτέλεσμα η έρευνα να οδηγείται στην υπόθεση ότι η Δολίχη, η Άζωρος και το Πύθιο, εκείνη την εποχή, είχαν περιέλθει στην κυριαρχία της Μακεδονίας, η οποία διεκδικούσε την περιοχή με τη στρατηγική σημασία της, λόγω των διαβάσεών της που ενώνουν τη Μακεδονία με τη Θεσσαλία.[3] Στη μακεδονική επιρροή φαίνεται ότι οι πόλεις της περραιβικής Τριπολίτιδας ήταν πιο επιρρεπείς. Είναι γνωστό ότι οι βασιλείς της Μακεδονίας είχαν σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή.[4] Ήδη, από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ., όλες οι πόλεις της Περραιβίας είχαν τεθεί υπό τον έλεγχο του Φιλίππου Β΄ (382-336 π.Χ.).[5]

Ένα μοναδικό νόμισμα, το οποίο βρέθηκε στην περιοχή της περραιβικής Τριπολίτιδας, απεικονίζει δαφνοστεφανωμένο τον Απόλλωνα στη μία όψη και στην άλλη έναν τριποδικό λέβητα με την επιγραφή «Τριπολιτάν» (εικ. 3). Χρονολογείται στο τέλος του 4ου αι. π.Χ.[6] και εκτίθεται στο Διαχρονικό Μουσείο της Λάρισας.

Η Δολίχη της ελληνιστικής εποχής τοποθετείται, με επιφύλαξη, στον αρχαιολογικό χώρο νοτιοανατολικά του Σαρανταπόρου. Στη θέση αυτή βρέθηκε το αμυντικό τείχος με πλάτος 3 μ., το οποίο ενισχυόταν με ημικυκλικούς πύργους ανά 29 μ. Από τα ευρήματα των επιγραφών επιβεβαιώνονται λατρείες του Ποσειδώνα, των Χαρίτων και της Αφροδίτης. Οι οικοδομικές φάσεις, οι οποίες διαπιστώθηκαν, αφορούν μία του 3ου αι. π.Χ. και μία των αυτοκρατορικών χρόνων.[7] Τον 3ο αιώνα, ακόμη, όπως προκύπτει από σχετικές μελέτες των επιγραφών και των ιστορικών πηγών, στη βόρεια Περραιβία και στη Δολίχη, η ομιλία των ανθρώπων είχε επηρεαστεί από τον μακεδονικό τρόπο ομιλίας, όπως την προφορά του φ ως β. Σύμφωνα, ωστόσο, με ορισμένους μελετητές επρόκειτο απλώς για ονόματα Μακεδόνων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Θεσσαλία, όταν η περιοχή κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες.[8] Βέβαια, στην Περραιβία και στη Μακεδονία απαντώνται κοινά ονόματα ανθρώπων, τα οποία ήταν άγνωστα στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, καθώς και ονόματα μηνών κατά την ελληνιστική περίοδο. Η Δολίχη, όπως το Πύθιο, η Άζωρος και οι Γόννοι φαίνεται ότι είχαν ενσωματωθεί πληρέστερα στη Μακεδονία, λόγω της στρατηγικής σημασίας που έφερε η γεωγραφική τους θέση.[9]

Το τοπωνύμιο Δολίχη δεν είναι μόνο περραιβικό, καθώς ομώνυμη πόλη υπήρχε και στην Καμαγηνή (το σημερινό Ντολούκ, στα σύνορα της Συρίας με την Τουρκία). Αν υπήρξε κάποια σχέση μεταξύ των δύο πόλεων δεν είναι εφικτό να προσδιορισθεί. Πάντως, η Δολίχη της Καμαγηνής δεν αναφέρεται νωρίτερα από τον 2ο αι.[10] Εκεί λατρευόταν ο κεραύνιος Δίας Δολιχηνός, ο οποίος σχετιζόταν με τη γονιμότητα και στους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν προστάτης των στρατιωτικών επιτυχιών και της ασφάλειας.[11]

Κατά τη διάρκεια του Δημητριακού και του Συμμαχικού Πολέμου, 239-229 π.Χ. και 220-217 π.Χ. αντίστοιχα, οι Αιτωλοί κατάφεραν να συμπεριλάβουν στον πολιτικό τους μηχανισμό, μεταξύ άλλων, και τις περιοχές της Περραιβίας.[12] Οι πόλεις της περραιβικής Τριπολίτιδας αναφέρονται ξανά ως περραιβικές τον 2ο αι. π.Χ. από τον Τίτο Λίβιο και τον Πολύβιο.[13] Την περίοδο του Β΄ Μακεδονικού Πολέμου (200-197 π.Χ.), ο Τίτος Λίβιος (36, 10) μας πληροφορεί για την επίθεση 3.000 Αιτωλών με 200 ιππείς στην περραιβική πόλη Μάλλοια, η οποία ήταν αντίπαλος των Χυρετιών, καθώς και για τη λεηλασία των πόλεων της περραιβικής Τριπολίτιδας.[14] Το 196 π.Χ., η Περραιβία αποτέλεσε αυτόνομο Κοινό, μετά τη μάχη στις Κυνός Κεφαλές και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των ελληνικών πόλεων από τον Φλαμινίνο. Οι Μακεδόνες, σύμφωνα με τον Λίβιο (32-33), μετά την Ελιμιώτιδα (Elimia), πέρασαν τα Καμβούνια όρη (Cambunian), από μία στενή δίοδο και κατήλθαν στην περιοχή που ονομάζεται Τρίπολη, επειδή περιλάμβανε τρεις πόλεις: την Άζωρο, το Πύθιο και τη Δολίχη. Αυτές οι πόλεις δίσταζαν, αρχικά, να πάρουν το μέρος των Μακεδόνων, επειδή είχαν δώσει ομήρους στους Λαρισαίους, υπέκυψαν όμως τελικά στους εκβιασμούς των Μακεδόνων. Το 169 π.Χ., ακόμη, σύμφωνα με τον Πολύβιο (LXXVIII.XI) και τον Λίβιο (44, 2), οι Ρωμαίοι, με επικεφαλής τον ύπατο Κόιντο Μάρκιο Φίλιππο, εξέτασαν τα περάσματα από την Περραιβία προς τη Μακεδονία και κατασκήνωσαν μεταξύ της Αζώρου και της Δολίχης, μέχρι που αποφάσισαν, τελικά, να φυλάξουν τη στενή διάβαση της Βολουστάνας (Σαρανταπόρου) και άλλων περιοχών.[15] Από τα επιγραφικά δεδομένα προκύπτει μία στενή σχέση του Δημοφίλου από τη Δολίχη με τον Ρωμαίο Αιμίλιο Παύλο, τον νικητή της μάχης της Πύδνας το 167 π.Χ.[16]

Ο Στράβων ταυτίζει την Τριπολίτιδα με την Πελαγονία και οι σχολιαστές συμφωνούν ότι επρόκειτο είτε για παρανόηση του Στράβωνα είτε για εσφαλμένη μεταγραφή των χειρογράφων. Ο Πτολεμαίος Κλαύδιος (100-170 μ.Χ.), στο έργο του τοποθετεί την Τριπολίτιδα στην Πελασγιώτιδα, εσφαλμένα, στα βόρεια της Μακεδονίας και ο Στέφανος Βυζάντιος (τέλη του 5ου αι. μ.Χ.), στη συνέχεια, θα διαιωνίσει τη λανθασμένη πληροφορία.[17]

Από τα ευρήματα του αρχαιολόγου Απ. Αρβανιτόπουλου (1929) προέκυψαν δεκάδες ονόματα[18] από την περιοχή της Δολίχης (βλ. Παράρτημα Β). Σε 16 επιγραφές, τις οποίες δημοσίευσε ο Αρβανιτόπουλος το 1914, από τη Δολίχη και την Άζωρο, οι περισσότερες είναι απελευθερωτικές και οι υπόλοιπες κυρίως επιτύμβιες.[19] Οι δούλοι, με 22,5 δηνάρια, εξαγόραζαν την ελευθερία από τους ιδιοκτήτες τους.[20] Ο Αρβανιτόπουλος, συμφωνώντας με την άποψη του W. Leake,[21] είχε επισημάνει τη θέση στο Καστρί, περίπου 5 χιλιόμετρα δυτικά της σημερινής Δολίχης, «παρά το χωρίον Δούχλιστα, ού το όνομα φαίνεται ον το της Δολίχης αυτής παρεφθαρμένον», ως τη θέση της αρχαίας Δολίχης.[22] Από τις ανασκαφές στην περιοχή του Καστριού, το 2006, βρέθηκε μία απελευθερωτική επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής, στην οποία αναφέρεται το όνομα της Δολίχης. Είχε εντοιχισθεί στον νότιο τοίχο της βασιλικής γ΄ και υπάρχουν δύο επιγραφές διαφορετικής χρονολόγησης (εικ. 4). Η πρώτη αναφέρει: [Η] ΠΟΛΙΣ Η ΔΟΛΙΧΑΙ[ΩΝ] / ΟΛΙΝ ΦΟΞΙΝΟΥ ΤΗΝ Ε[ΑΥΤΗΣ ΕΥ]/[Ε]ΡΓΕΤΙΝ,[23] αποκαλύπτοντας ένα σοβαρό στοιχείο για την ονομασία της περιοχής, καθώς ταυτίζεται με την αρχαία Δολίχη, η οποία πρέπει να εκτείνεται στον χώρο κάτω από την ακρόπολη της παλαιοχριστιανικής περιόδου.[24] Η σημαντικότητα της επιγραφής είναι μοναδική, επειδή είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτεται επιγραφή με το όνομα της Δολίχης στον χώρο της περραιβικής Τριπολίτιδας, συντελώντας στην τοποθέτηση της πόλης της ρωμαϊκής εποχής στη θέση Καστρί.[25] Οι επιγραφικές μαρτυρίες του αρχαιολογικού χώρου της Δολίχης στην περιοχή του Καστριού επισημαίνουν ότι η Μακεδονία κυριάρχησε στην Περραιβία από τα μέσα του 4ου αι. μέχρι το 197 π.Χ.[26]

Έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι οι επιγραφές, οι οποίες βρέθηκαν σε χωριά και σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως το Καστρί, μεταφέρθηκαν από την αρχαία Δολίχη της θέσης Σαρανταπόρου. Η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε, προοδευτικά, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, σε μία εποχή που η Δολίχη παρέμεινε, ωστόσο, η σημαντικότερη από τις πόλεις της περραιβικής Τριπολίτιδας. Η κατοίκηση θα γνώρισε μία περίοδο διασποράς σε όλη τη λεκάνη του Σαρανταπόρου, καθώς και στην περιοχή του Καστριού, λόγω της στρατηγικής του θέσης.[27]

Η λατρεία του Ηρακλή Κυναγίδα (προστάτη των κυνηγών) εντοπίζεται στον αρχαιολογικό χώρο του Καστριού της Δολίχης, όπως το επιβεβαιώνουν οι επιγραφές,[28] καθώς και στον αρχαιολογικό χώρο της Καισάρειας Κοζάνης, όπου ένας Δολιχαίος αναφέρεται ως ιερέας. Στην Καισάρεια έχει βρεθεί μία μαρμάρινη παραλληλεπίπεδη βάση αγάλματος, η οποία χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ. και φέρει το εξής κείμενο: «<ω>τας / [….]. άμου Δολιχαῖος / [από] Θεσσαλίας και Πορ-/[ίω]ν Ἰολάου ἱερητεύσαν-/[τε]ς ‘Ηρακλεῖ Κυναγίδαι / [χαρ]ιστήρια».[29] Η επιγραφή είναι αναθηματική και αναφέρει τα ονόματα τριών ανδρών οι οποίοι είχαν χρηματίσει ιερείς του Ηρακλή Κυναγίδα. Ο Δολιχαίος ήταν, προφανώς, μέτοικος στην περιοχή της Αιανής, όπου ήταν διαδεδομένη η λατρεία του Ηρακλή Κυναγίδα.[30]

[1]. Hansen, Nielsen 2004, 722-723. Wace, Thompson 1911, 198-199.

[2]. Helly 1984, 161-170.

[3]. Νικολάου 2012, 222.

[4]. Graninger 2011, 17, σημ. 34.

[5]. Κραβαρίτου 2012, 30.

[6]. ΙΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (δικτυογραφία).

[7]. Νικολάου 2012, 224.

[8]. Méndez-Dosuna 2015, 108.

[9]. Roisman Worthington 2010, 323.

[10]. Cohen 2006, 155-156.

[11]. Encyclopedia Britannica 2006, 1006.

[12]. Τσαγκάρη 2004, 227-229.

[13]. Νικολάου 2012, 222.

[14]. Meantime, Amynander, with the Athamanian troops, seized on Pellinaeus; while Menippus, with three thousand Aetolian foot and two hundred horse, marched into Perrhaebia, where he took Mallaea and Cyretiae by assault, and ravaged the lands of Tripolis.

[15]. Κραβαρίτου 2012, 31. Σωτηριάδης 1931, 5-14. Lucas 1992, 103-105.

[16]. Bouchon 2016-b, 88-89.

[17]. Lucas 1992, 115-117.

[18]. Αρβανιτόπουλος 1929, 198-215.

[19]. Bates 1916, 228.

[20]. Zelnick-Abramovitz 2013, 31.

[21]. Για τον William Martin Leake (1777-1860), βλ. ενότητα Περιηγητές του 19ου και 20ού αιώνα.

[22]. Αρβανιτόπουλος 1914, 204-205.

[23]. Η πόλη των Δολιχαίων τιμά την άγνωστη γυναίκα του Φοξίνου και τη θεωρεί ευεργέτιδά της. Βλ. Δεριζιώτης – Κουγιουμτζόγλου 2006-β, 642.

[24]. Δεριζιώτης – Κουγιουμτζόγλου 2006-α, 393-396· Δεριζιώτης – Κουγιουμτζόγλου 2006-β, 638-643· Δεριζιώτης – Κουγιουμτζόγλου 2009, 475-487.

[25]. Αναστασιάδου 2014, 641-642.

[26]. Archibald 2013, 50-51.

[27]. Bouchon 2016-a, 296-297.

[28]. Δεριζιώτης – Κουγιουμτζόγλου 2006-β, 642.

[29]. Ριζάκης – Τουράτζογλου 1985, 23, 222, 259.

[30]. Κεραμόπουλος 1933, 44-45.

Advertisements