Δολίχη

i. Απόψεις περιηγητών των προηγούμενων αιώνων

Ο περιηγητής Leake κατερχόμενος από το Λιβάδι με προορισμό την Ελασσόνα, πέρασε από το μικρό χωριό Δούχλιστα (σ.σ. σημερινή Δολίχη),[1] όπου σε μια ερειπωμένη εκκλησία βρίσκονταν δύο θραύσματα από κίονες δωρικού ρυθμού δύο ποδιών και οκτώ ιντσών σε διάμετρο, καθώς και ένας επιτύμβιος λίθος στο έδαφος. Η θέση της αρχαίας Δολίχης, διαπίστωσε ο ίδιος περιηγητής, ταυτίζεται με αυτή του χωριού Δούχλιστα. Αυτά τα λείψανα, σε συνδυασμό με το όνομα Δούχλιστα, φαίνεται να δείχνουν τη θέση της Δολίχης, της τρίτης πόλης της Τριπολίτιδας.[2] Ο Smith ανέφερε για τη Δολίχη ότι βρισκόταν στους πρόποδες του Ολύμπου και αποτελούσε μέλος της Τρίπολης.[3] Ο Γάλλος ιστορικός και αρχαιολόγος Léon Heuzey (1831 – 1922) αναφερόμενος σε ευρήματα της Δολίχης, κατέληξε στο συμπέρασμα πως, παρ’ όλο που η Δολίχη αναφέρεται μόνο μία φορά στην ιστορία της, τα ερείπια δείχνουν ότι παρέμεινε, τουλάχιστον, μέχρι το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αποτελούσε ένα από τα προπύργια της περιοχής.[4]Τέλος, ο Γερμανός αρχαιολόγος Friedrich Stahlin (1874–1936) συμπέρανε ότι εάν η Άζωρος, βρισκόταν στη θέση της τότε Βουβάλας (σημερινής Αζώρου), τότε η Δολίχη θα πρέπει να αναζητηθεί ανατολικά, διότι, περίπου στο Λυκούδι, ο δρόμος χωρίζει ανάμεσα τις δύο πόλεις. Η Δολίχη, ωστόσο, κατά τον Stahlin, πρέπει να αναζητηθεί στα βόρεια της Τρίπολης επειδή συνόρευε με την Ελιμιώτιδα.[5]

Στο χωριό Δούκλιστα (σ.σ. σημερινή Δολίχη) ο Ν. Γεωργιάδης ανέφερε ότι βρήκε αρχαία ελληνικά λείψανα, ορθογώνιους λίθους, κιονόκρανα και επιγραφικές στήλες, στην πλειοψηφία των οποίων αναγράφονται απελευθερώσεις δούλων και προκύπτουν οι περραιβικοί μήνες: Αεσχανόριος, Απολλώνιος και Φυλλικός. Ακόμη, αναφέρθηκε στο λόφο του προφήτη Ηλία που υψώνεται στη Δολίχη, ο οποίος έφερε ερείπια αρχαίων ελληνικών τειχών της δεύτερης των περραιβικών πόλεων, της Αζώρου. Ανέφερε δε ότι ο Heuzey δεν τοποθέτησε καμιά πολίχνη στο λόφο του προφήτη Ηλία, ενώ τοποθέτησε εσφαλμένα την Άζωρο στα αριστερά της όχθης του Τιταρήσιου, δυτικότερα της Δούκλιστας στη θέση «Παλαιόκαστρον» (σ.σ. σημερινός αρχαιολογικός χώρος «Καστριού Δολίχης») όπου βρέθηκαν αρχαία λείψανα και κεραμικά συντρίμμια. Ο Γεωργιάδης τοποθέτησε την αρχαία Άζωρο στο λόφο του προφήτη Ηλία της σημερινής Δολίχης και στη θέση «Παλαιόκαστρον (Καστρί Δολίχης)» τοποθέτησε την αρχαία Δολίχη. Στη θέση «Παλαιόκαστρον» της Βουβάλας (σ.σ. σημερινής Αζώρου), στη δεξιά όχθη του Τιταρήσιου, κατά τον Γεωργιάδη, ο Heuzey εσφαλμένα τοποθέτησε την αρχαία Δολίχη, καθώς για τον Γεωργιάδη η συγκεκριμένη θέση ταυτίζεται με την ομηρική Κύφο.[6]

ii. Διατυπώσεις της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας

Σύμφωνα με τον G. Cohen, κατά την ελληνιστική περίοδο, άποικοι από την αρχαία Δολίχη ίδρυσαν στη βόρεια Συρία μια νέα πόλη και σε ανάμνηση της πατρίδας τους την ονόμασαν Δολίχη. Το Duluk, λοιπόν, όπως μετονομάσθηκε η πόλη της ελληνιστικής Δολίχης στη Συρία, στα σύνορα με την Τουρκία, ιδρύθηκε, πιθανόν, από τους αποίκους της περραιβικής Δολίχης (εικόνα 7).[7]

Εικόνα 7: Δολίχη Θεσσαλίας και Δολίχη Συρίας (Google maps)

Οι Mogens Herman Hansen και Thomas Heine Nielsen στο έργο τους για τις αρχαϊκές και κλασικές ελληνικές πόλεις (2004) τοποθετούν νότια της Δολίχης την Άζωρο, ανατολικά το Πύθιο και δυτικά την Ελιμιώτιδα.[8] Η ΙΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Λάρισας, μέχρι πρόσφατα, βασιζόμενη σε ένα δίγλωσσο οριοδείκτη που βρέθηκε το 1997, τοποθετούσε την αρχαία Δολίχη στην άγνωστη πόλη που εντοπίστηκε νοτιοανατολικά του Σαρανταπόρου.[9] Συγκεκριμένα, επισημαίνοντας μια μικρή επιφύλαξη, τοποθετούσε τη Δολίχη επτά χιλιόμετρα δυτικά του αρχαιολογικού χώρου του «Καστριού Δολίχης» και ένα χιλιόμετρο περίπου νοτιοανατολικά του Σαρανταπόρου.[10]

Οι αρχαιολόγοι της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Λάρισας, Λάζαρος Δεριζιώτης και Σπύρος Κουγιουμτζόγλου, δημοσίευσαν τα πορίσματά τους από τις ανασκαφές του αρχαιολογικού χώρου «Καστρί Δολίχης»,[11] οι ανασκαφικές έρευνες του οποίου ξεκίνησαν το έτος 2002,[12] ενώ πριν το 2006 είχαν διατυπώσει ήδη ότι αποκαλύφθηκε η ακρόπολη μιας άγνωστης έως τότε πόλεως. Από τα ευρήματα δύο εκκλησιών, της Βασιλικής Α΄ και της Βασιλικής Β΄, πιθανολογούσαν ότι επρόκειτο για την αρχαία πόλη της Δολίχης, η οποία συνέχισε να επιζεί έως και τον 6ο αι. μ.Χ. Οι επιγραφές που βρέθηκαν στη Βασιλική Α΄ χρονολογούνται στον 3ο και 2ο αι. π.Χ., στις οποίες αναφέρεται το όνομα ΦΙΛΑ ΕΥΒΙΟΤΟΥ στην πρώτη και το όνομα ΔΗΜΟ­ΦΙΛ[ΟΣ] στη δεύτερη. Από άλλη επιγραφή που βρέθηκε στο Πύθιο η Φίλα Ευβιότου αναφέρεται ως Δολιχαία και οΔημόφιλος ως ήρως αποθανών ανήρ Φίλας.[13]

Η τρίτη παλαιοχριστιανική βασιλική που αποκαλύφθηκε εντός της ακροπόλεως έφερε αρχαιότερο υλικό για την κατασκευή της. Στο νότιο τοίχος της είχε εντοιχισθεί βάση αγάλματος (εικόνα 8), στην οποία περιλαμβάνονται δύο επιγραφές. Η πρώτη επιγραφή περιλαμβάνει το κείμενο: [Η] ΠΟΛΙΣ Η ΔΟΛΙΧΑΙ[ΩΝ]… [Π]ΟΛΙΝ ΦΟΞΙΝΟΥ ΤΗΝ Ε[ΑΥΤΗΣ ΕΥΕ]ΡΓΕΤΙΝ και προκύπτει ότι η πόλη των Δολιχαίων τίμησε την ευεργέτιδά της, σύζυγο του Φοξίνου. Το έτος 2006 η 7η ΕΒΑ, δημοσίευσε τα νεότερα πορίσματα της έρευνάς της ταυτίζοντας τον αρχαιολογικό χώρο του «Καστριού Δολίχης» με την αρχαία πόλη της Δολίχης, για την οποία πιθανολογούσε ότι πρέπει να εκτείνεται στο χώρο κάτω από την ακρόπολη της Παλαιοχριστιανικής περιόδου. Επιπλέον, άλλες επιγραφές που βρέθηκαν στο συγκεκριμένο χώρο συνηγορούν και στην ύπαρξη ναού του Ηρακλέους.[14]

Εικόνα 8: Βάση αγάλματος, στην οποία αναφέρεται: [Η] ΠΟΛΙΣ Η ΔΟΛΙΧΑΙ[ΩΝ]

Εικόνα 8: Βάση αγάλματος, στην οποία αναφέρεται: [Η] ΠΟΛΙΣ Η ΔΟΛΙΧΑΙ[ΩΝ]

Η Έλσα Νικολάου, στη συμβολή της στο έργο για τις αρχαίες πόλεις της Θεσσαλίας και των περιοίκων περιοχών, πολύ ορθά επισημαίνει ότι η Δολίχη ταυτίστηκε με επιφύλαξη στον αρχαιολογικό χώρο νοτιοανατολικά του Σαρανταπόρου. Στο συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο, λοιπόν, βρέθηκε το αμυντικό τείχος πλάτους τριών μέτρων, το οποίο διαδοχικά ενισχυόταν με πύργους ημικυκλικούς εξωτερικά και ορθογώνιους εσωτερικά. Ερευνήθηκε, επίσης, μια στοά με μήκος μερικών δεκάδων μέτρων η οποία ανάγεται στην ελληνιστική εποχή. Από τις θεμελιώσεις κτιρίων σε παράταξη που βρέθηκαν γύρω από τη στοά διαπιστώθηκαν δύο οικοδομικές φάσεις, μια του 3ου αι. π.Χ. και μια των αυτοκρατορικών χρόνων. Οι δε λατρείες που επιβεβαιώνονται από επιγραφικά ευρήματα αφορούν τον Ποσειδώνα Πατρώο, των Χαρίτων και της Αφροδίτης. Η Έλσα Νικολάου, όμως, εσφαλμένα παραθέτει στο έργο της φωτογραφία (εικόνα 8) της επιγραφής «ΠΟΛΙΣ Η ΔΟΛΙΧΑΙΩΝ»[15] η οποία βρέθηκε στον αρχαιολογικό χώρο του «Καστριού Δολίχης» -λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα της σύγχρονης Δολίχης- στον οποίο η 7η ΕΒΑ προσδιόρισε τη θέση της αρχαίας Δολίχης και δεν σχετίζεται με τον αρχαιολογικό χώρο νοτιοανατολικά του Σαρανταπόρου, στον οποίο η Ε. Νικολάου παρουσιάζει την αρχαία Δολίχη. Προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη του έργου της καθώς δεν διευκρινίζει τη διαφορετικότητα των δύο αρχαιολογικών χώρων για τους οποίους, εν τέλει, οι διατυπωμένες απόψεις της ΙΕ’ ΕΠΚΑ και της 7ης ΕΒΑ σχετικά με τη θέση της αρχαίας Δολίχης είναι διαφορετικές.

 Ωστόσο, η αρχαιολόγος της ΙΕ΄ ΕΠΚΑ, Ασημίνα Τσιάκα, στην παρουσίαση της εργασίας της στο 5ο Φεστιβάλ «Περραιβική Τρίπολις», που διεξήχθη στη Δολίχη το έτος 2012, σχετικά με τα ευρήματα και τις ανασκαφές από την υπηρεσία της στη Δολίχη και την ευρύτερη περιοχή, ανακοίνωσε ότι, έπειτα από τα ευρήματα, η αρχαία Δολίχη πρέπει να τοποθετηθεί οριστικά στο «Καστρί Δολίχης». Η αρχαία πόλη νοτιοανατολικά του Σαρανταπόρου αφορά μία σημαντική οχυρωμένη θέση, η οποία, όμως, περιορίζεται κυρίως στην ελληνιστική περίοδο.[16] Αναμένεται, λοιπόν, η περαιτέρω έρευνα και οι επίσημες πλέον ανακοινώσεις από την ΙΕ΄ ΕΠΚΑ Λάρισας.

Ο βυζαντινός ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τέλος, ο οποίος διατηρείται στο κέντρο της σημερινής κοινότητας της Δολίχης,[17] προδίδει την κατοίκηση της περιοχής πιθανόν στους μεσοβυζαντινούς χρόνους (867-1204 μ.Χ.). Πρόκειται, σύμφωνα με τη μελέτη της αρχιτέκτονα Αφροδίτης Πασσαλή, για μια μονόκλιτη βασιλική, στην οποία προστέθηκαν μεταγενέστερα τρουλαίος νάρθηκας και εξωνάρθηκας. Ο ναός είναι κτισμένος με κοινή αργολιθοδομή, άφθονο κονίαμα και επκαλύπτεται με  κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Από μια εσωτερική επιγραφή του ναού προκύπτει ότι ανακαινίσθηκε το έτος 1516. Φαίνεται δε ότι πριν την ανακαίνιση, ο ναός ήταν τρίκλιτος (πιθανόν μεσοβυζαντινής περιόδου) ή μονόκλιτος με πλευρικές στοές, καθώς τα ανοίγματα στη βόρεια και νότια πλευρά του ναού, τα οποία είναι εμφανή και φράχτηκαν κατά την ανακαίνιση, φέρουν αμυδρά λείψανα τοιχογραφιών και οδηγούσαν από το κυρίως ιερό σε ημιανεξάρτητους χώρους.[18]


[1]     Ο Συνοικισμός «Δούχλιστα» που υπαγόταν στην κοινότητα του Πυθίου, το έτος 1928  μετονομάσθηκε σε «Δολίχη» (ΦΕΚ Α, 156/1928, σ. 1229). Βλ. Αναζήτηση Φύλλων Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (διαδικτυακές πηγές). Στο Εθνικό Τυπογραφείο.

[2]     Leake (1835), σ. 344. «At the northen extremity of this ridge are some remains of a fortress on th summit of a peaked hill, which we leave a little on our right, and a few minutes afterwards arrive at the small village of Duklista, situated at the foot of the same heights, where in a ruined church are two fragments of Doric columns 2 feet 8 inches  in diameter, and in the burying – ground a sepulchral stone, together with some square blocs. These remains, combined with the name Duklista, seem to indicate the site of Doliche, the third city of the Tripolitis».

[3]     Smith (1854), σ. 797. «Doliche (Δολίχη), a town in Perrhaebia in Thessaly, situated at the foot of Mount Olympus. Doliche, with the two neighbouring towns of Azorus and Pythium, formed a Tripolis. Leake identifies it with the small village Duklista., “where in a ruined church are two fragments of Doric columns 2 feet 8 inches in diameter, and in the burying – ground a sepulchral stone, together with some square blocs”.

[4]     Heuzey (1860), σ.σ. 41-4. «En meme temps, des ruines beaucoup plus recentes nous montrent que Doliche, citee une seule fois dans l’ histoire, resta pourtant, au moins jusqu’ a la fin de l’ empire romain, un des remparts de la province».

[5]     Stählin(1924), σ. 21. «Wenn Azoros bei Vuväla lag, so muß Deliehe östlich davongesucht werden, da ja ungefähr bei Lakudi die Wege wischen beiden Städten sich trennten, Ferner lag Deliehe im N der Tripolis. Denn es grenzte an die Elimiotis».

[6]     Γεωργιάδης (1880), σ. 272.

[7]     Cohen (2006), σ.σ. 155-6. Το βασίλειο των Σελευκιδών ήταν το μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα ελληνιστικά βασίλεια [βλ. Αρριανός (αρχαίες πηγές), Αλεξάνδρου Ανάβαση, 7,22,5] και καταλάμβανε τη Συρία από τον Ευφράτη μέχρι τη θάλασσα, καθώς και την ενδοχώρα της Φρυγίας [βλ. Αππιανός (αρχαίες πηγές), Συριακή, 9,55-56]. Εξάλλου, το βασίλειο χαρακτηριζόταν από την ανάγκη ίδρυσης νέων πόλεων, οι οποίες θα είχαν ελληνικά ονόματα και οργάνωση, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επικράτηση των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε πληθυσμούς που χαρακτηρίζονταν από ανομοιογένεια [βλ. Παπαρρηγόπουλος (2009), σ. 23]. Όταν το κέντρο βάρους της εξουσία του Σέλευκου μεταφέρθηκε από την Περσία στη Συρία, φοβούμενος τις επεκτατικές πρωτοβουλίες του Δημητρίου, γιου του Αντίγονου, που αποσκοπούσαν στην επέκταση της κυριαρχίας του στη Μικρά Ασία, οι νέες πόλεις που ιδρύθηκαν στη Συρία είχαν πλέον στρατιωτικό ενδιαφέρον [βλ. Mondadori (2000), σ.119]. Η συριακή Δολίχη έμεινε στην ιστορία για την ιδιότυπη λατρεία του Διός Δολιχηνού. Η θεότητα προέκυψε από τη συγχώνευση της ελληνικής θεότητας του Δία με την φοινικικο-βαβυλωνιακή του Βάαλ. Στον ναό του Διός Δολιχηνού, ο θεός παριστανόταν με διπλό πέλεκυ και κεραυνό και εθεωρείτο ως προστάτης του πολέμου και της νίκης [βλ. Cohen (2006), σ.σ. 155-6].

[8]     Hansen και Nielsen (2004), σ. 723.

[9]     ΙΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (διαδικτυακές πηγές).Περραιβική Τρίπολις. Στο «ΟΔΥΣΣΕΥΣ». Υπουργείο Πολιτισμού.

[10]    Ρακατσάνης και Τζιαφάλιας (2004), σ.σ. 90-1.

[11]    Ο αρχαιολογικός χώρος «Καστρί Δολίχης», ο οποίος ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού, σήμερα -όπως έχει διαμορφωθεί η διοικητική δομή των κοινοτήτων τα τελευταία χρόνια- βρίσκεται στα γεωγραφικά όρια της κοινότητας Λιβαδίου Ελασσόνας. Απέχει, περίπου, τρία χιλιόμετρα δυτικά της σημερινής Δολίχης.

[12]    Για τη Βασιλική Β’ και την Ακρόπολη, βλ. Δεριζιώτης (2009), σ.σ. 475-87.

[13]    Δεριζιώτης και Κουγιουμτζόγλου (2007), σ.σ. 33-64.

[14]    Δεριζιώτης και Κουγιουμτζόγλου (2006), σ.σ. 638-42, «Αρχαιολογικά Ευρήματα της Παλαιοχριστιανικής Περραιβικής Τρίπολης». Δεριζιώτης και Κουγιουμτζόγλου (2006), σ.σ. 393-6, «Χριστιανική Περραιβία. Τοπογραφικές και Ανασκαφικές Έρευνες».

[15]    Νικολάου (2012), σ. 224.

[16]    Τσιάκα Ασημίνα (διαδικτυακές πηγές, 2012). Ευρήματα από τις Ανασκαφές στη Δολίχηκαι την ευρύτερη περιοχή. Στον Πολιτιστικό Σύλλογο Δολίχης «Η Τριπολίτιδα».

[17]    O Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, το έτος 1985, χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού επειδή κοσμείται με αξιόλογες τοιχογραφίες του πρώιμου 16ου αι. μ.Χ. (ΦΕΚ Β, 647/1985, σ. 6330). Βλ. Αναζήτηση Φύλλων Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (διαδικτυακές πηγές). Στο Εθνικό Τυπογραφείο.

[18]    Πασσαλή (1990), σ.σ. 73-4.

Βιβλιογραφική Αναφορά: Τσακνάκης, Β. 2013. Αρχαία Περραιβία και Περραιβική Τρίπολις. Αντανακλάσεις του Μύθου και της Ιστορίας. Στο Ανιστόρητον www.anistor.gr 

Advertisements