Γαμήλια Έθιμα και Τραγούδια της Δολίχης και του Πυθίου

Κακαδιάρης, Αλεξ. Γαμήλια έθιμα και τραγούδια της Δολίχης και του Πυθίου Ελασσόνας. Στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 2000, τ. 37, σ.σ. 165-176

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ

Το λαογραφικό υλικό, το οποίο παρουσιάζουμε εδώ, το συγκεντρώσαμε κατά την διάρκεια της υπηρεσίας μας στη Δολίχη ως έκτακτoυ επί «κοινοτική συμβάσει» δασκάλoυ, το σχολικό έτος 1959-1960. Οι συγγενικοί δεσμοί μας με πολλές οικογένειες τoυ Πυθίου συνέτειναν επιπλέον στον πλουτισμό της συλλογής μας, η οποία ολοκλη­ρώθηκε το χειμώνα του 1962-1963. Παρέμεινε, όμως, κατά το πλείστον αδημοσίευτη και η ύπαρξή της δεν μνημονεύθηκε ούτε και στα δύο σημειώματα που δημοσιεύσαμε, τότε, στη λαρισινή εφημερίδα θεσσαλικά Νέα, τα σχετικά με το Πύθιο. Η παρού­σα δημοσίευση ελπίζουμε πως θα κάνει ευρύτερα γνωστά τα γαμήλια έθιμα και τραγ­oύδια του Πυθίου και της Δολίχης.

Στα δύο παραπάνω χωριά διασώθηκαν αρχέγονες παραδόσεις, οι οποίες όμως σή­μερα αποδυναμώθηκαν όχι μόνο εξαιτίας της μετανάστευσης και της τεχνολογικής εποχής μας αλλά και εξαιτίας της εφαρμογής της νέας χωροταξικής διαίρεσης (πρό­γραμμα «Καποδίστριας») που χώρισε άσπλαχνα τους δύο γειτονικούς οικισμούς και παρέδωσε τη Δολίχη στο ορεινό Λιβάδι και το Πύθιο στην Καλλιθέα με τον προσφυγικό πληθυσμό, με τα έθιμα των οποίων δεν ταυτίζονται τα δικά τους.

Πιστεύουμε πως ο αναγνώστης μας θα βρει και θα εκτιμήσει στην παρούσα συλλογή ό,τι ωραίο κλείνει στα τραγούδια του ο ελληνικός γάμος, τον οποίο η πεζή επο­χή μας απογύμνωσε, λίγο ή πολύ, από την απέριττη ομορφιά του.

Ι. ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Ο γάμος ξεκινάει από την αρχή, περίπου, της εβδομάδας, κατά το διάστημα της οποίας θα κόψουν τα σφαχτά, θα πιαστούν τα προζύμια για να ζυμωθούν η κουλούρα του γάμου, τα πρόσφορα που θα πάνε στην εκκλησία, οι κουλούρες, με τις οποίες θα προσκαλέσουν τον κόσμο στο γάμο, και τα ψωμιά που θα καταναλωθούν όλες τις μέρες μέχρι και την Κυριακή του γάμου. Χρειάζεται και νερό, που θα πάρει συμβολι­κά η νύφη με τελετουργικό τρόπο συνοδευόμενη από τους συγγενείς και τις φίλες της, σαν άλλη ομηρική Ναυσικά, με το ακόλουθο τραγούδι:

Μέσα στουν Άγιου Γιάννη
κοιμάτ’ η κόρη μουναχή
κοιμάτι κι ηνουρεύιτι
κι βλέπει πως παντρεύιτι
κι πως αρραβουνιάζιτι
κι του προυί σηκώνιτι
παίρει νιρό κι νίβιτι
σκάμα κι σκαμαγκιάζιτι
κι στου γυαλί γυαλίζιτι.

Προσκλήσεις γίνονται και ανήμερα του γάμου με τη μπούκλα γεμάτη ρακί, που κερνάει ο αρχιμπράτιμος. Χοροί και χωρατά δεν παύουν, κορυφωνονται το βράδυ του Σαββάτου σε συγγενικό κύκλο για κάθε μελλόνυμφο.

Το πρωί νωρίς γίνεται το μαγείρεμα. Ο γαμπρός τραπεζώνει τους συγγενείς χορεύουν με όργανα και μετά αρχίζει ο στολισμός του. Στη μέση του επίσημου δωματίου τον ξυρίζει ο κουρέας και οι παρευρισκόμενοι λένε τα τραγούδια «Γαμπρός σι πέτρα κάθιτι» και το τροποποιημένο «Προυχτές η μάνα τoυ γαμπρού μι τους ανέμους μάλουνι…».

Μόλις τελειώσει το ξύρισμα, οι συγκινημένοι μέχρι δακρύων συγγενείς ρίχνουν μέσα σε μία λεκάνη με νερό, που υπάρχει στο τραπέζι του δωματίου, κέρματα για φιλοδώρημα του κουρέα (τότε τα κέρματα είχαν αξία, όχι όπως σήμερα. Ίσως όμως το κέρμα να έχει συμβολική αξία και να το ρίχνουν και σήμερα. Και αφού ο γαμπρός ντυθεί με τα γαμπριάτικά του ρούχα, με τα όργανα μπροστά και με συγγενείς και τα μπρατίμια συνοδεία κατεβαίνει τις σκάλες, βγαίνει από το σπίτι και ο γάμος κίνησε. Άλλωστε το γνωστοποιούν και στο χωριό με τουφεκιές.

Ο γαμπρός δρασκελίζει την εξώπορτα του πατρικού του περνώντας ανάμεσα από τα πλεγμένα χέρια των γονιών του, σαν από μήτρα και συμβολικό τοκετό. Mετά παίρνει από το χέρι τους ποτήρι με κρασί, μέσα στο οποίο οι γονείς του έπλυναν, συμβολικά, τα δάχτυλα των χεριών τους, για να ξεπλυθούν όλες οι στεναχώριες και οι πίκρες που τον πότισαν με τη χαρά του, όπως παραδέχονταν. Ο γαμπρός, αφού πιει κρασί, πετάει το ποτήρι προς τα πίσω, ενώ κάποια συγγένισσά του ανοίγει την ποδιά της για να μην πέσει κάτω και σπάσει. Στη συνέχεια τον ραίνουν με το κόσκινο που έχει ρύζι, καλαμπόκι, σιτάρι και κουφέτα.

Μετά ο γαμπρός, συνοδευόμενος από τους μπρατίμους και στενούς συγγενείς, όχι όμως και από τους γονείς του, πηγαίνουν τραγουδώντας για το σπίτι του νονού. Στο δρόμο τα μπρατίμια κερνούν τους περαστικούς και κερνιούνται από ορισμένα σπιτικά, τα οποία βρίσκονται στη διαδρομή της συνοδείας και δίνουν ευχές. Άλλα μπρατίμια προπορεύονται χοροπηδώντας με τους ήχους της ζυγιάς των οργάνων και τραγουδούν συνοδεύοντας τους σκοπούς που παίζονται. Ένας μπράτιμος κρατεί πιάτο με μήλο ή πορτοκάλι και με στραγάλια, από τα οποία παίρνουν ως μεζέ, για να πιoυν κατόπιν το τσίπουρο.

Φτάνοντας στο σπίτι του νονού, που ξεχωρίζει κι από το φλάμπουρο, το oπoίo είναι στημένο στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού, χαιρετούν τους κουμπάρους, που τον υποδέχονται με όλο τους το σόι. Ο γαμπρός φιλάει το χέρι του νονού κι ο νονός τoν φιλοδωρεί με κάποιο ποσό χρημάτων.

Μπαίνουν στο σπίτι, κερνιούνται κανονικά και αρχίζουν το χορό. Πρώτος ο νoνός που κρατεί με το δεξί χέρι το φλάμπουρο, έπειτα το παίρνει ο γαμπρός και στη συνέχεια όλοι οι κουμπάροι και συγγενείς του γαμπρού χορεύουν μαζί. Όταν πλησιάσει η ώρα να φύγουν, τα μπρατίμια τραγουδoύν το υπ’ αριθ. ΔΙ τραγούδι του νονού και ξεκινουν όλοι για του γαμπρού το σπίτι.

Προπορεύεται το φλάμπουρο, το οποίο κρατούν αποκλειστικά οι συγγενείς του νονού, ο οποίος ακολουθεί αμέσως κατόπιν τιμητικά. Όταν φτάσουν στο σπίτι, τους υποδέχονται οι γονείς του γαμπρού και μετά τα κεράσματα και το τραπέζι που πα­ραθέτουν προς τιμήν των κουμπάρων, παίζουν τα όργανα χορευτικούς σκοπούς, τους οποίoυς χορεύουν πρώτα οι κoυμπάροι, πoυ τους κρατεί ο γαμπρός, και ύστερα ορι­σμένοι καλεσμένοι και συγγενείς του γαμπρoύ.

Όταν πλησιάσει η ώρα για τη στέψη, ξεκινούν για το σπίτι της νύφης οι κουμπά­ροι και οι καλεσμένοι με το γαμπρό και όλους τους συγγενείς του τραγουδώντας διά­φορα γαμήλια ή άλλα για την περίσταση τραγούδια. Προπορεύονται σε αγώνα δρό­μου δύο ή τρεις μπράτιμοι, πεζοί ή καβάλα σε άλογα, ποιος θα πρωτoπιάσει να πά­ρει ως έπαθλο το λευκό μαντίλι από το χέρι της νύφης αναγγέλλοντας τον ερχομό του γαμπρού.

Ας σημειωθεί, ότι θεωρείται μεγάλη τιμή για κάθε μπράτιμο να πρωτεύσει στον α­γώνα και να πάρει αυτό το μαντίλι ως έπαθλο της αξιοσύνης του. Μερικές φορές η α­πονομή του γίνεται πρόξενος μεγάλου καβγά, αν βέβαια δεν έχει κι άλλες δυσάρεστες εξελίξεις, όπως αντιμετωπίσαμε ένα τέτοιο γεγονός επί των ημερών μας στη Δολίχη.

Όταν φτάσουν οι κουμπάροι και οι συγγενείς του γαμπρού στην εξώθυρα του σπιτιού της νύφης, ρίχνονται νέες τουφεκιές, που αντηχούν σε όλο το χωριό. Τους υποδέχονται οι γονείς της νύφης με το σόι τους, μπαίνει και ο γαμπρός και τον χαιρετούν. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, επιχειρούν να τον μπατσίσουν και γι’ αυτό εκεί­νοι που τον πλαισιώνουν και τον κρατούν από το μπράτσο, τους αποκρούουν ή αντε­πιτίθενται.

Μετά ο γαμπρός πρέπει να «ξεκλειδώσει», συμβολικά, τα αδέλφια της νύφης, που γεννήθηκαν μ’ αυτήν τον ίδιο μήνα ή την ίδια μέρα, για να μην πάθουν κανένα κα­κό. Το ίδιο θα κάνει αργότερα η νύφη, μετά το γάμο, στο σπίτι του γαμπρού, «ξεκλειδώνοντας» συμβολικά τα κουνιάδια της, που γεννήθηκαν τον ίδιο μήνα ή μέρα με το γαμπρό. Έπειτα όλοι μπαίνουν στο επίσημο δωμάτιο, όπου αρχίζουν διάφορα γαμή­λια ή άλλα καθιστικά τραγούδια, ενώ τα μπρατίμια υπενθυμίζουν, με το υπ’ αριθ. Α4 τραγούδι του αρραβώνα, στους συμπεθέρους το κέρασμα. Η μάνα της νύφης παίρ­νει ένα πιάτο με τρία γλυκά και με αυτά κερνάει το γαμπρό τρεις φορές. Κερνιού­νται στη συνέχεια όλοι οι άλλοι και μετά αρχίζουν το χορό.

Η νύφη βρίσκεται σε άλλο δωμάτιο, όρθια στη γωνιά του, στολισμένη με τα νυφιάτικα. Είχαν πριν τηρηθεί τα έθιμα του νυφικού φορέματος και του στολισμού της και ειπωθεί τα σχετικά τραγούδια (Βγ2 έως Βγ6).

Τώρα ένας μπράτιμος της πάει τα παπούτσια, που της έφερε ο γαμπρός και της δείχνει λέγοντας:

Νύφη καλουνύφη
σ’ έφιρα παπούτσια απ’ την Πολ’ κι απ’ τη Σαλoυνίκ’.

Της σηκώνει τα σταυρωμένα χέρια της στο ύψος, περίπου, των ώμων και τρεις φορές της τα περνάει, πετώντας τα μέσα στη διαγραφομένη αγκαλιά της. Έπειτα της τα φορεί γρήγορα, διότι οι μπρατίμισσες της νύφης τον χτυπούν στην πλάτη, μέχρι που να δρασκελίσει το κατώφλι του δωματίου τρέχοντας. Μετά πηγαίνουν τα αδέρφια, του γαμπρού, την ασπάζονται και της κερνούν χρήματα.

Κάποια στιγμή τελειώνουν τα τραγούδια κι ο χορός και ο γαμπρός με τους συγγενείς του βγαίνουν στην αυλή, να παραλάβουν τα προικιά. Για την παραλαβή και τακτοποίησή τους στα μουλάρια ή στο φορτηγό, που τα εξωβέλισε στις μέρες μας, φροντίζουν τα μπρατίμια του γαμπρού ενώ οι μπρατίμισσες της νύφης, πριν τους τα παραδώσουν, προβάλλουν διάφορες χρηματικές απαιτήσεις (επειδή συμμετείχαν στο πλύσιμο και σιδέρωμα της προίκας) εμποδίζοντας το φόρτωμά της και δεν υποχωρούν πριν ικανοποιηθούν ως κάποιο βαθμό οι αξιώσεις τους. Το 1960 ο συμβιβασμός έφτασε στις 200 δραχμές, ενώ οι απαιτήσεις είχαν αρχίσει από τις 1.000. Με τα χρήματα αυτά αγοράζουν ό,τι χρειάζεται για να κάνουν μεταξύ τους ένα γλέντι.

Αφού φορτωθεί η προίκα με τη συνοδεία των μπρατιμιών και των δύο μελλονύμφων, που ει ναι συνήθως και συγγενείς τους ξεφορτώνεται στο σπίτι του γαμπρού Και την τακτοποιούν πρόχειρα σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού του. Οι υπόλοιποι, όμως, καλεσμένοι ξεκινούν από το σπίτι της νύφης για την εκκλησία.

Προπορεύεται το φλάμπουρο και τα μπρατίμια του γαμπρού, τα oπoία από τα κεράσματα, βρίσκονται σε ευθυμία και χορεύουν έως την εκκλησία κι έξω από αυτήν κατά τη διάρκεια του μυστηρίου. Ακολουθούν οι οργανοπαίκτες, που παίζουν τις πατινάδες του γάμου και πίσω ο νονός με τους συγγενείς του. Κατόπιν έρχεται ο γαμπρός με τους συγγενείς του και ακολουθεί η νύφη περιστοιχισμένη από αδελφό και αδελφή, από γονείς και λοιπούς συγγενείς της.

Στη διαδρομή, άσχετα με τους σκοπούς των μουσικών, οι συγγενείς του γαμπρoύ και οι συγγενείς της νύφης τραγουδούν διάφορα γαμήλια τραγούδια, που προβλέπονται εθιμικά, διανθισμένα με κλέφτικα ή άλλα τραγούδια της ξενιτιάς, ανάλoγα με τη συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής. Βγαίνουν και οι οικοδεσπότες των σπιτιών ­της διαδρομής, τους ραίνουν με ρύζι, τους εύχονται και δέχονται το κέρασμα από τη μπούκλα του αρχιμπράτιμου και τις ευχές των συμπεθέρων. Δεν επιτρέπεται, όμως, χειραψία με τους μελλονύμφους, οι οποίοι κρατούν ο καθένας σφιχτά δεμένα τα χέρια του.

Όταν φτάσουν στην εκκλησία, τραγουδούν το υπ’ αρ ιθ. Βδ4 τραγούδι και μετά το τέλος του οι γονείς του γαμπρού ασπάζονται τη νύφη και της προσφέρουν διάφορα κεράσματα και δώρα, δέχονται το χειροφίλημά της και στη συνέχεια ακουμπώντας τα χέρια τους στους ώμους του ζευγαριού πηδούν και τους εύχονται να μακροζωίσουν. Το ίδιο κάνουν και οι στενοί συγγενείς του γαμπρού.

Μετά βγαίνει ο παπάς, υποδέχεται τους μελλονύμφους και τους οδηγεί στο ναό. Ακολουθούν οι λοιποί συγγενείς και οι προσκαλεσμένοι της γαμήλιας συνοδείας (εκτός, όπως είπαμε, από τα όργανα και τους μπρατίμους με το φλάμπουρο, που χορεύουν στην αυλή του ναού) και τελείται το μυστήριο του γάμου

Όλων τα πρόσωπα φεγγοβολούν από χαρά. Ο γαμπρός καμαρώνει, η νύφη πάντα με χαμηλωμένο βλέμμα, εξαιρετικά όμορφη, σα νύφη, περιμένει καρτερικά το τέλος της τελετής. Πίσω τους ο νονός, περήφανος για την τιμή που του γίνεται, συμμετέχει κι αυτός στη χαρά της μέρας. Δύο στενά συγγενικά πρόσωπα του γαμπρού και τη νύφης στέκουν πίσω τους και κεντούν τα ρούχα του ζευγαριού με βελόνες, την ώρα που γίνεται το μυστήριο (για να φύγουν και να μην πιάσουν τα μάγια το ζευγάρι).

Μετά το τέλος της στέψης ασπάζονται τους νιόπαντρους ο νονός και το σόι του, το σόι του γαμπρού και της νύφης και οι λοιποί προσκαλεσμένοι. Συγχαρητήρια δέχονται, εκτός από τους νεονύμφους, ο νονός και η γυναίκα του, οι γονείς και τ’ αδέλφια του γαμπρού, όχι όμως και της νύφης. Και τούτο, ίσως, επειδή θεωρούν πως η νύφη αποτελεί τώρα μέλος της οικογένειας του γαμπρού και κόβει κάθε συγγενικό δεσμό, τυπικά, με τους γονείς της και το σόι τους.

Έπειτα το ζευγάρι βγαίνει αλαμπρατσέτο στην αυλή του ναού, ενώ η συνοδεία του γάμου δεν ξεχωρίζει πια. Όλοι έρχονται ανακατεμένοι λέγοντας τα τραγούδια υπ’ αριθ. Βδ4 έως και Βδ6, διανθισμένα με το υπ’ αριθ. Βδ3 και με άλλα κλέφτικα,

που προφταίνουν να πουν μέχρι το σπίτι του γαμπρού. Και πάλι δέχονται ευχές από κείνους που στέκονται στις πόρτες των σπιτιών από τα οποία διαβαίνουν. Αν μάλιστα τύχει να είναι συγγενείς τους, τους κερνούν με ανοιγμένες διάπλατα τις πόρτες, για να είναι καλότυχα και τα δικά τους παιδιά.

Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού, η πεθερά της νύφης παίρνει το ζευγάρι και το οδηγεί στο σπίτι. Η νύφη δωρίζει στους νέους συγγενείς της διάφορα χρήσιμα δώρα: υφαντά, πλεκτά ή κεντημένα κατά περίπτωση (κάλτσες π.χ.). Η πεθερά κερνάει τη νύ­φη τρεις κουταλιές γλυκό ή μέλι, κερνάει κι όλη τη συνοδεία του γάμου και μετά αρχίζει ο χορός.

Το κρασί τρέχει άφθονο, οι πιατέλες με τους μεζέδες πηγαινοέρχονται και αδειάζουν γρήγορα, το νέο ζευγάρι αρχίζει το χορό. Ο γαμπρός κρατεί τη νύφη να χορέψει, μετά το νονό, τη νονά κι όλους τους κουμπάρους κι ο νονός κρατεί το γαμπρό. Το ζευγάρι κρατεί τα πεθερικά και τα κουνιάδια του αντίστοιχα, αρχίζoντας από τα γονικά του γαμπρού. Τα όργανα παίζουν όρθια και συνοδεύουν με βήμα τα πρόσωπα που έχουν την τιμητική τους στο χορό. Τα χοντρά χαρτονομίσματα πέφτουν βροχή στις τσέπες των οργανοπαικτών. Το ζευγάρι κρατεί όλους τους συγγενείς και καλεσμένους, ακόμα και τα μικρά παιδιά των συγγενών τους, τους μπράτιμους και τις μπρατίμισσες, φροντίζοντας να μην ακουστεί κανένα παράπονο παραμερίσματος καλε­σμένου από το χορό.

Κι όταν σταματήσει αργά το γλέντι, αποχαιρετούν το νονό, που αποχωρεί πρώτος με τα υπ’ αρ. Δ2 και Δ3 τραγούδια. Έπειτα αποχαιρετιούνται οι συμπέθεροι και αποχωρούν με το υπ’ αρ. Γ2 τραγούδι. Οι σπιτικοί ετοιμάζονται για ύπνο αποσταμένοι από την κούραση της αληθινά απαιτητικής ημέρας.

Αφού ξαπλώσει τις μικρές ώρες το καταπονημένο νέο αντρόγυνο και χαρεί την πρώτη νύχτα του γάμου του, όπως προλάβει, σηκώνεται πρωί να τακτοποιήσουν με τους άλλους σπιτικούς τους τα πράγματα. Περιμένουν και τους συγγενείς του γαμπρού και της νύφης

Είναι η στιγμή, που η νύφη συνοδευόμενη από τις κουνιάδες και τις συνυφάδες της, από τις μπρατίμισσες και τις γειτόνισσες πρέπει να πάει το πρωί στη βρύσην να πάρει τελετουργικά νερό και να το φέρει στο καινούριο της σπιτικό, να φέρει τον πλούτο και την αφθονία στο σπίτι της, στα σπαρτά και στα ζωντανά που ορίζει ο άντρας της και η γενιά του. Στη βρύση η νύφη κλοτσάει τρεις φορές ένα κανάτι, που έβαλαν εκεί γεμάτο, και χύνει το νερό του, ενώ η συντροφιά της τραγουδάει:

Κλότσα, νύφημ’ του κανάτι
να του πάρει του πουτάμι.

Έπειτα παίρνει νερό και γυρνούν στο σπίτι της, όπου αρχίζει πάλι ο χορός και αφού χορέψουν και κεραστoύν, χαιρετούν το ζευγάρι και αποχωρούν με την ευχή

«Καλοστεριωμένοι, πρωτοστέφανοι και με πολλούς απογόνους».    

ΙΙ. ΤΑ ΓΑΜΗΛΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Α’. ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΡΡΑΒΩΝΑ

1ο
Πέρα σι κείν’ τα σπίτια, στ’ αλώνια τα ψηλά
σαΐτιψι ο Δήμος στουν πέρα μαχαλά
κι παίρν’ ένα κουράσιου π’ δεν είδα στου ντουνιά
κι παίρνει μια Μαρούσιου π’ δεν είδα στου ντουνιά.
– Άιντι, Μαρούσιου μ’, άιντι, να πάμι στις καρυές
να μάσουμι καρύδια κι δυο λιφτόκαρα.
– Σύρι, ρε Δήμου μ’, σύρι, ιγώ δεν έρχουμι
γιατ’ είσι καπιτάνιους, μι παίρνεις την ψυχή.

2ο
Άσπρη είσι κι φαίνισι, άσπρη κι η φουρισιά σου,
άσπρα λουλούδια φύτρουσαν τρουύρου στην πουδιά σου.
Τίπουτα δε σι ζήλιψα, μόνο την πιρπατ’σιά σου,
που πιρπατείς κάμαρουτά κι σειούντι τα φλουριά σου.
– Δεν σ’ ήξιρα, λιβέντη μου, πως είν’ η αφιντιά σου
να γένου γης να μι πατάς, γκιουφύρι να πιράσεις,
να γένου κι ασημόκουπα να πίνεις του κρασί σου.

3ο
Πανάθιμα τη μάνα σoυ, τ’ γριά τη ζαρουμένη,
που σι άλλαζι, σι στόλιζι κι σ’ έστιλνι στου γάμου
κι σ’ είδαν τα ματάκια μου’ κι αζάπι δεν τα κάνου.
Σύρι να πεις τη μάνα σου γαμπρό για να μι κάνει
κι αν δεν θιλήσει για γαμπρό,
πες την για χουσμικιάρη
κι αν σι ρουτήσει για μισθό, ιγώ μισθό δεν παίρνου
μόν’ θέλου τ’ θυγατέρα της, θέλου την ακριβή της.

4ο
Μαρή κυρά συμπιθιρά,
του τι γυρεύουν τα πιδιά;
Στραγάλια καθαρ’σμένα γυρεύουν τα καημένα,
κουκόσις καθαρ’σμένες, πού ‘ν’ τις οι καημένις;
Αι, να ‘τα, να ‘τα έρχουντι κι π’θινά δεν φαίνουντι.
Πουλλά τραγούδια είπαμι, κάνα ρακί δεν ήπιαμι.

Β’. ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
α. Όταν ζυμώνουν την κουλούρα και τα ψωμιά

Ζύμουσι, μάκoυ μ’, ζύμουσι του γιου μας του κανίσκι.
Μι γάλα βάνει του θιρμό, μι γάλα του ζυμώνει
κι μι τα χαρχαλίσματα ζυμώνει, ξιζυμώνει.

β. Όταν ξυρίζουν το γαμπρό

Γαμπρός σι πέτρα κάθιτι
κι η πέτρα απουλνάει νιρό
να μπαρμπιρίσουν του γαμπρό.
Του χέρ’ απ’ τουν μπαρμπέριζι
είνι κουμμάτι μάλαμα.

γ. Όταν στολίζουν το γαμπρό και τη νύφη

1ο
Του κυρ-γαμπρού η μάνα βαριά ‘νι σκουμπουμένη.
Ανιβαίνει, κατιβαίνει κι τουν ήλιου παραγγέλλει
– Λάμψι, ήλι μ’, ακόμα τώρα, τούτη την ιβδoυμάδα,
ιγώ γαμπρό θέλου να φκιάσου κι νύφ’ να καρτιρέσου.

2ο
Στ’ανώια, στα κατώια κι στα ψηλά σαράια
ρουχίτσια είχα κρυμμένα.
Σύρι, μάνα, πάρ’ τα κ ι φέρ’ τα,
νύψη θέλου να γινώ
να προυτουπρουσκυνήσου,
να προυτουπάρου χέρια
απού μάνα, απού πατέρα,
απ’ αδέρφια, απού ξαδέρφια
απού θειες κι απού μπαρμπάδις.

3ο
Μια κόρη, μια ξανθή, ξανθή κι μαυρουμάτα,
στου παραθύρι κάθιτι, τουν αλατζιά ξουμπλιάζει.
Παρασκιβή τουν ίδιαζι; Σαββάτου τουν υφαίνει,
την Κυριακή τουν φόρισι, στην ικκλησιά-πααίνει.
Την βλέπουν τ’ αρχουντόπουλα, στραβά βιiyoυν τα φέσια, κι ένα μικρό αρχουντόπουλου, μικρό διαβουλιμένου
πάισι στη μάνα τ’ άρρουστου βαριά για να πιθάνει
κι η μάνα του τουν αρουτά κι η μάνα του του λέει:
– Τ’ έχεις, πιδί μ’, κι δεν μπουρείς, βαριά για να πιθάνεις;
– Μια κόρη, μάνα μ’, λόιασα ιψιές στου πανηγύρι.
– Σαν τ’ν είδις, γιε μ’, κι σι άρισι, στείλι προυξινητάδες
κι αν δεν σι γένει η δουλειά, σύρι κι μουναχός σου
κι αν δεν στη δώσουν μι καλό, πάρ’ την μι ζουρμπαλίκι.

4ο
Της γαλανής του φόριμα, της ρούσας του φουστάνι
χίλιοι ραφτάδις το ‘ραφταν κι χίλια μαθητούδια
κι του μικρό ραφτόπουλου ράφτει κι τραγουδάει:
– Πώς σι κρατώ, ρούσα μ’ γαλανή, πώς σι κρατώ στου γόνα.

5ο
Κάτου στα τσιαίρια, στα τσαϊρουχουριά
παίζουν ικεί παγόνια, ρίχνουν τα φτιρά
κι τα μαζεύ’ν οι νύφις, τα βάζουν τέλια στα μαλλιά.

6ο
Ιψιές η μάνα τ’ς λυγιρής μι τους ανέμους μάλουνι.
– Πάψτι, ανέμοι, πάψ’τι μι, να ιδώ την κόρ’ απ’ στόλιζα,
του πώς την πρέπουν τ’ άρματα κι πώς την καλουπιάνουν.
Ούλα την πρέπουν τ’ άρματα κι ούλα την καλουπιάνουν.
Όσα φυστάνια στου τσιαρσί, ούλα την πρέπ’ν τη λυγιρή.
Ούλα την πρέπ’ν τη λυγιρή, ούλα την καλουπιάνουν,
σαν του πουλί την άνο ιξη όντας αλλάζ’ φτιρά,
ούλα την πρέπουν τ’ λυγιρή κι ούλα την καλουπιάνουν.

7ο
Τι στέκεις, μωρέ μάνα μου, τι στέκεις κι αγναντεύεις;
Δεν φέρνεις τ’ άρματά μου κι τα νυφιάτικά μου;
Nύφη θέλου να γινώ, να προυτουπρουσκυνήσου,
νύφη θέλου να γινώ, να προυτουπάρου χέρια,
απού μάν’ απού πατέρα, απού θειες κι απού μπαρμπάδες
απ’ αδέλφια κι αξαδέρφια…

8ο
Συντρόφισσές μου, συνομήλικές μου
πότι μαλουσάμι κι μαχιφτηκάμι;
Μια βουλά στη βρύση κι άλλη ‘στου πιγνίδ’
ιτότι μαλουσάμι κι μαχιφτηκάμι.

δ. Όταν η συνοδεία του γαμπρού οδηγεί τη νύφη στην εκκλησία

1ο
Λάμψι, ήλι μου, κάτου, κατέβα κάτσι στου θρουνί
δώσ’ μας τη νύφη, δώσ’ μας, δώσ’ μας τη μαυρουμάτα.
Ούλοι την έδουναν κι μούγκ’ η μάνα της δεν μας τη δίνει.
Τ’ αδέρφια της κρατούν τις πόρτες…
κι τα ξαδέρφια της κάθουντι στα παραθύρια.
Πέρδικα είχα στου κλουβί, πολύ καλά κρυμμένη,
την τάιζα, την πότιζα, την είχα χα’ίδιμένη,
ξισκανταλίσκι του κλουβί κι μου ‘φυγ’ η πιρδίκα.

2ο
Έβγα, μάνα μ’, να δεις τουν ήλιου
κι αν είν’ αγλήγουρα πες μου να κάτσου,
κι αν βασίλιψι πες μου να φύγου
γιατ’ έχου πιθιρά κι μι μαλώνει,
κι τ’ αντραδέρφια μου μι παραπαίρνουν.

3ο
Αϊτός την κόρη άδραξι ‘π’ της μάνας την αγκάλη
την πήρι κι την πάισι βαθιά μες στη φουλιά του.
– Τι σ’ έφτιξα, βρε σταυραίτέ, κι ήρθες για να μι πάρεις;
Αν σ’ έφτιξαν τα μάτια μου, πες μου να τα χαμπλώσου
κι αν σ’ έψτιξαν τα χέρια μου, πες μου να τα σταυρώσου.

4ο
Μαρμαρουκκλησίτσις μου ανοίξιτι
να ρθει η ζ ιρβουπούλα να κλησιαστεί.
Έχει πέντι μέρις πιρπατεί
ικκλησιά δε βρίσκ’ να κλησιαστεί.
Ικκλησιά μ’ ασημουμένη
κι μι μάρμαρου στρουμένη!

5ο
Βουνά μου, χαμπηλώσιτι
να διάβ’ η νύψη κι ο γαμπρός
Ο να διάβ’ κι ο κυρ-νουνός
να διάβει κι τ’ ασκέρι τους.

6ο
– Πού ‘σαν, μήλου μου κόκκινου, που ‘σαν ιψιές κι απού ‘μεινες;
– Ιψές ήμαν στη μάνα μου κι απόψ’ θα ρθω στου σπίτι μ’,
θα ρθω κι στουν αφέντη μ’…

7ο
Τ’ ακούς, μωρ’ νύφη μου, τι λένι τα βαγγέλια,
τι ‘λεν, τι βαγγιλίζουντι;
Τίμα τουν πιθιρό σου, να σι τιμήσ’ κι σένα.
Τίμα την πιθιρά σου, να σι τιμήσ’ κι σένα.
Τίμα τα κουνιάδια σου να σι τιμήσ’ν κι σένα.

ε. Όταν πηγαίνουν, τη Δευτέρα, για νερό στη βρύση του χωριού

Κλώτσα, νύφη μ’, του κανάτι, να του πάρει του πουτάμι.

Γ. ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΠΕΘΕΡΟΥΣ

1ο
Έβγα, μάνα μ’, στα κάγκιλα, έβγα στου μπαλκουνάκι
να δεις τι τρώνι τα σκυλιά, τι τρώνι τα ζαγάρια.
Μήνα κλέφτις μας έρχουντι, μήνα κι χαραμτζήδις;
Ουδέ κλέφτις μας έρχουντι, ουδέ κι χαραμτζήδις.
Συμπέθιροι μας έρχουντι, σύντικνοι κι μπρατίμια.
– Σαν έρχουντι καλώς να ρθουν, καλώς κι να κουπιάσουν.
Δώσ’ τους, μάνα μ’, να φαν, να πιουν, πες τους να τραγουδήσουν.
Δώσ’ τους κι απ’ του γλυκό κρασί, να πιουν κι να μιθύσουν.

2ο
Ήρθι κιρός να φύγουμι, κιρός να χουριστούμι
κι ου χουρισμός δεν είν’ καλός κι αντάμα δεν μπουρούμι,
να κλάψουμι τα ντέρτια μας κι τα παράπουνά μας.
Πάλι καλές αντάμουσις κι πού θ’ ανταμουθούμι;
Στουν Άγιου Λια, στουν πλάτανου, κουντά στις κρύις βρύσις ‘πό ‘χουν οι κλέφτις μάζουξη, ‘πό ‘χουν του συναγώι.
Σφάζουν τ’ αρνιά τα λιιρά, σφάζουν κι τα κριάρια.

Δ. ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΑ ΤΟ ΝΟΝΟ

1ο (Όταν ο γαμπρός παίρνει το νονό από το σπίτι του, συνοδευόμενος από τα μπρα­τίμια)

Τα μπρατίμ ια τραγουδούσαν του νουνό παρακαλούσαν:
– Σήκου, κυρ νουνέ να πάμι, πιριμένουν οι κουμπάροι.
Πιριμένουν οι κουμπάρες κι οι μικρές κουμπαρουπούλις.

2ο (Μετά τη στέψη, όταν ο νονός αποχωρεί από το σπίτι του γαμπρού)

Λάμπ’ ου ήλιους, λάμπουν τ’ άστρη, λάμπ’ κι ου νούνους ου δικός μας.
Στου καλό, καλέ μας νούνι, στου καλό κι τιμημένι.
Να σι ζήσ’ν τ’ αναδιχτάρια, να σι ζήσουν, να προυκόψουν.
Να σι ζήσουν, να προυκόψουν κι μι λάδι να χαρούμι.
Κάτσι, κυρ νουνέ, μη φεύγεις, σ’ έχου πέρδικα ψημένη.

3ο (Όταν πίνουν το τελευταίο ποτήρι, πριν την αποχώρηση του νονού)

Πουτήρι μ’, πουτηράκι μου, γιατί δεν ραΐζισι,
στη μέση δεν τσαΙCΊζ ισι; Πιες του, νούνι μ’, πιες του κι πάλι γιόμισέ του.
Δώσ’ του μ ια να πάε ι κάτου να σου ζήσ’ η κουμπαριά σου.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

άδραξε: άρπαξε
αζάπι < ζάπι: έλεγχος, υπoταγή.
αλατζιάς: παρδαλόχρωμο βαμπακερό ύφασμα
αναδεχτάρια: κουμπαρούδια
ανώια < ανώγαια: το επάνω πάτωμα του σπιτιού
βουλά: ψαρά
γόνα: γόνατο
γραμμένη: πολύ όμορφη
ζουρμπαλίκι: βιαιότητα
κανίσκι: δώρο
κατώια < κατώγαια: το ισόγειο του σπιτιού
κουκόσιες: καρύδες
κουπιάσουν: προσέλθουν
λόιασα < λόγιασα: σκέφθηκα
μάκoυ < μάκω: γριά
μαχαλάς: συνοικία
μαχιφτήκαμε < μαχευτήκαμε: μαλώσαμε
μoύγκι: μόνο
μπαρμπέριζε: ξύριζε
ντουνιάς: οικουμένη
ξισκανταλίσκε < ξεσκανταλίσθηκε: απελευθερώθηκε η σκαντάλη
ξουμπλιάζει: κάνει ξόμπλια, στολίδια
όντας: όταν
παραπαίρνου: αποπαίρνω
ρακί: τσίπουρο
σαράια < σαράγια: ανάκτορα, παλάτια
σειούνται: σείονται, κουνιούνται
συναγώγι: συγκέντρωση
τρουύρω: τριγύρω
τσιαΐρια: χερσότοποι
τσιαρσί: αγορά
χαμπλώσω: χαμηλώσω
χαραμτζήδες: ληστές
χουσμικιάρης: υπηρέτης

Advertisements