Ο Getzel M. Cohen εξετάζει τη Δολίχη της Συρίας (Κομμαγηνή, θέση: σημερινό Dülük της Τουρκίας) στο πλαίσιο της σελευκιδικής πολιτικής ονοματοδοσίας και αποικισμού. Υποστηρίζει ότι το τοπωνύμιο «Δολίχη» πιθανότατα προέρχεται από την ομώνυμη πόλη της Περραιβίας στη βόρεια Θεσσαλία, εντασσόμενο σε μια ευρύτερη και συνειδητή πρακτική των Σελευκιδών —και ιδίως του Σελεύκου Α΄ Νικάτορα— να μεταφέρουν ελληνικά και μακεδονικά τοπωνύμια στην Ανατολή. Στόχος αυτής της πρακτικής ήταν να δημιουργηθεί ένα αίσθημα οικειότητας στους αποίκους και να εδραιωθεί ιδεολογικά και πολιτικά η νέα εξουσία.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Cohen τοποθετεί την ίδρυση της πόλης στην περίοδο των Διαδόχων, θεωρώντας ότι άποικοι μεταφέρθηκαν απευθείας από τις μητροπόλεις των οποίων τα ονόματα υιοθετήθηκαν. Κατά την ερμηνεία του, η ονοματοδοσία λειτουργούσε ως μέσο «αναδημιουργίας του τοπίου της πατρίδας» μέσα στη νέα επικράτεια. Ωστόσο, ο ίδιος παραθέτει και την αντίθετη άποψη του Grainger, σύμφωνα με την οποία το όνομα «Δολίχη» δεν αποτελεί εισαγόμενο ελληνικό τοπωνύμιο, αλλά εξελληνισμένη μορφή του τοπικού ονόματος Dülük.
Οι Michael Blömer, Dilek Çobanoğlu και Engelbert Winter, βασιζόμενοι στα δεδομένα των ανασκαφών, επισημαίνουν ότι η υπόθεση της σελευκιδικής ίδρυσης στηρίζεται κυρίως στην ονοματολογική «αντιστοιχία» της πόλης με τη θεσσαλική Δολίχη. Παράλληλα, τονίζουν τη στρατηγική σημασία της θέσης της πόλης, η οποία βρισκόταν σε κομβικό σημείο εμπορικών δρόμων που συνέδεαν τη Μεσοποταμία με τον μεσογειακό κόσμο — παράγοντας που εξηγεί το έντονο σελευκιδικό ενδιαφέρον για την περιοχή. Αν και οι γραπτές πηγές είναι περιορισμένες, η αρχαιολογική έρευνα καταδεικνύει μια σαφή μεταμόρφωση της πόλης κατά τον 2ο αι. π.Χ., με την υιοθέτηση ελληνορωμαϊκών πολεοδομικών και πολιτισμικών προτύπων.
Σε μεταγενέστερη μελέτη του για τις «βιογραφίες των πόλεων», ο Blömer προχωρά σε ουσιαστική επανεκτίμηση της χρονολόγησης και της φύσης του εξελληνισμού της Δολίχης. Τα αρχαιολογικά δεδομένα από το ιερό στον λόφο Dülük Baba Tepesi αποκαλύπτουν ισχυρή συνέχεια των προελληνιστικών λατρευτικών και υλικών παραδόσεων, καθώς και απουσία ελληνιστικής κεραμικής έως τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Με βάση αυτά τα στοιχεία, προτείνει ότι η Δολίχη δεν πρέπει να θεωρείται απαραίτητα μια «ξεριζωμένη» (disembedded) νέα ίδρυση του Σελεύκου Α΄, αλλά μάλλον ένας προϋπάρχων οικισμός που εξελίχθηκε σταδιακά σε ελληνιστική πόλη, ενδεχομένως χωρίς μαζική αρχική εγκατάσταση Ελλήνων ή Μακεδόνων.
Ο Blömer συμφωνεί ότι η ονοματοδοσία πόλεων όπως η Δολίχη, η Βέροια και η Λάρισα εντάσσεται στη σελευκιδική επιδίωξη αναδημιουργίας του τοπίου της μητρόπολης. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η αλλαγή ονόματος δεν συνεπαγόταν αυτομάτως άμεσο και πλήρη μετασχηματισμό της τοπικής κοινωνίας και ταυτότητας.
Η θέση του Grainger, όπως παρατίθεται τόσο από τον Cohen όσο και από τον Blömer, εστιάζει στην τοπική προέλευση του ονόματος. Σύμφωνα με αυτήν, η «Δολίχη» προέκυψε από τη φωνητική και μορφολογική προσαρμογή του εγχώριου ονόματος Dülük στους ελληνικούς γλωσσικούς κανόνες, χωρίς αναγκαστική σύνδεση με θεσσαλική αποικία.
Συμπέρασμα
Η διαφωνία μεταξύ των μελετητών αναδεικνύει δύο διαφορετικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Ο Cohen δίνει έμφαση στην ονοματοδοσία ως τεκμήριο αυτοκρατορικής στρατηγικής μεταφοράς πληθυσμών και πολιτισμικών προτύπων από τον ελληνικό χώρο. Αντίθετα, ο Blömer, αξιοποιώντας τα ανασκαφικά δεδομένα, δείχνει ότι η Δολίχη παρέμεινε βαθιά συνδεδεμένη με τις τοπικές της ρίζες για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν υιοθετήσει πλήρως την ελληνιστική μορφή.
Βιβλιογραφία
• Michael Blömer, Dilek Çobanoğlu & Engelbert Winter, «Die Stadtgrabung in Doliche. Zu den Ergebnissen der Feldarbeiten 2015–2018«, Istanbuler Mitteilungen, Band 69, 2019, Gebr. Mann Verlag Berlin.
• Getzel M. Cohen, The Hellenistic Settlements in Syria, the Red Sea Basin, and North Africa, University of California Press, 2006.
• Michael Blömer, «Observations on Cities and their Biographies in Hellenistic North Syria», Journal of Urban Archaeology, Vol. 2, 2020, Brepols Publishers.
Σχολιάστε