Η ιστορία έφτασε σε εμάς μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Περραιβία, καταγεγραμμένη από τον Αχιλλέα Γκριζιώτη – τον άνθρωπο που υπέγραφε ως «Θρυλοσυλλέκτης». Ο Γκριζιώτης δεν έγραφε από βιβλιοθήκες. Γύριζε χωριά, καθόταν δίπλα σε γέρους, άκουγε κουβέντες στους μύλους και στις αυλές, και μάζευε ό,τι κινδύνευε να χαθεί: λέξεις, μνήμες, θρύλους. Ένας από αυτούς προσπαθεί να εξηγήσει κάτι που μοιάζει παράδοξο ακόμα και σήμερα· πώς γίνεται ο Όλυμπος, το βουνό των θεών, να μην κράτησε ποτέ ένα μεγάλο μαντείο, αντάξιο των Δελφών;

Η απάντηση της παράδοσης δεν είναι ένδοξη, αλλά ανθρώπινη, σκληρή και τραγική.
Στο κάστρο της Δολίχης ζούσε κάποτε μια βασίλισσα της Περραιβίας. Από ψηλά έβλεπε τον κάμπο, τους δρόμους, τους πραματευτάδες που περνούσαν. Κάποια στιγμή έχασε το δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει ο βασιλιάς της. Το δάχτυλο συμβόλιζε τον δεσμό και και την υπόσχεση. Η απώλεια τη συνέτριψε.
Οι κάτοικοι της Δολίχης βγήκαν να το βρουν. Έψαξαν παντού, «βγήκαν παγανιά», όπως λέει η αφήγηση, βήμα το βήμα. Το δαχτυλίδι όμως χάθηκε στη γη και δεν φάνηκε ξανά.
Τότε η βασίλισσα έκανε αυτό που φαινόταν αυτονόητο: κατέβηκε στο μαντείο που βρισκόταν στους πρόποδες του Ολύμπου, ζητώντας απάντηση. Και την πήρε.
Ο χρησμός ήταν βαρύς. Της είπαν πως το δαχτυλίδι δεν θα βρεθεί ποτέ, παρά μόνο σε χρόνους μελλοντικούς, από ένα τσοπανόπουλο που θα γίνει τρανός – βασιλιάς, σοφός ή επαναστάτης. Μα δεν ήταν αυτό που την λύγισε. Το πιο οδυνηρό ήταν άλλο: πως το χάσιμο του δαχτυλιδιού σήμαινε ότι ο βασιλιάς θα την χώριζε, γιατί δεν θα του χάριζε παιδιά.
Η βασίλισσα πίστεψε τον χρησμό χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν γύρισε ποτέ στο παλάτι. Κρύφτηκε σε μια καλύβα και δούλεψε σαν αγρότισσα, υπηρετώντας έναν γέρο γεωργό. Ο κόσμος της συρρικνώθηκε, όπως συρρικνώνεται η ζωή όταν κυβερνά ο φόβος.
Η ειρωνεία ήρθε αργά και αλύπητα. Ο βασιλιάς δεν την είχε εγκαταλείψει. Αντίθετα, πέθανε από τη λύπη του, πιστεύοντας πως την είχε χάσει για πάντα.
Όταν η αλήθεια αποκαλύφθηκε, η βασίλισσα κατάλαβε ότι ο χρησμός ήταν ψεύτικος. Και τότε η οργή της δεν είχε γυρισμό. Πήγε στο μαντείο και το έκαψε συθέμελα – μαζί με τους ιερείς και τις ιέρειες. Έτσι, λέει ο θρύλος, χάθηκε το μαντείο του Ολύμπου: όχι από θεϊκή τιμωρία, αλλά από ανθρώπινη προδοσία και μια γυναίκα που πίστεψε λάθος ανθρώπους.
Βιβλιογραφία:
Αχιλλέας Γκριζιώτης, «Θρύλοι τῆς Περραιβίας: Πῶς χάθηκε τὸ μαντεῖο τοῦ Ὀλύμπου», Περραιβία 6 (Ελασσόνα 1974) 22-23.
Σχολιάστε